Η είσοδος στο χωριό από την λεωφόρο Αμμοχώστου-Τρικώμου. Προ 1974, εκεί βρισκόταν ο σύλλογος 'Νέος Αιών', ο οποίος ιδρύθηκε το 1900. Οι δρόμοι που διαφαίνονται στην φωτογραφία οδηγούν σε διαφορετικά σημεία. Ο αριστερόστροφος δρόμος οδηγούσε στη Λευκωσία μέσω της κοινότητας Λευκονοίκου, ο κεντρικός δρόμος οδηγούσε στην αγορά του χωριού και στο κάστρο της Καντάρας και ο δεξιόστροφος δρόμος οδηγούσε στο Ριζοκάρπασο και το Μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα.
Στην πλατεία στην είσοδο του χωριού υπάρχει μικρή, μονόχωρη Βυζαντινή εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιάκωβο Αδελφόθεο, προστάτη του χωριού, όπου κάθε χρόνο, στις 23 Οκτωβρίου, πριν το 1974, λάμβανε χώρα πανήγυρις προς τη μνήμη του. Ο ναός ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο με Φράγκικες επιδράσεις και κτισμένη με πελεκητούς λίθους. Η ανέγερσή του ανάγεται στα τέλη του 14ου αιώνα, ενώ, κατά την Τουρκοκρατία διακοσμήθηκε με πινάκια από πορσελάνη. Στο μικρό εικονοστάσιο του ναού φυλάσσονταν, μέχρι το 1974, δυο εικόνες του 17ου αιώνα-έργα του ζωγράφου Μελετίου του Κρητός. Η μια εικόνα απεικονίζει τον Χριστό και η άλλη την Παναγία. Οι εικόνες κλάπηκαν μετά την Τουρκική εισβολή και εντοπίστηκαν στην Ελβετία, ενώ, μετά από επίπονες προσπάθειες επετεύχθη ο επαναπατρισμός τους.

Collection


Οι φωτογραφίες απεικονίζουν συγγενείς της Αστέρως Μενοίκου.
Στην πρώτη φωτογραφία απεικονίζονται (από αριστερά) η θεία της Αστέρως, Τούλα, η μητέρα της, Νίκη και η γιαγιά της, Ελένη. Μπροστά διακρίνονται η εξάδελφη της Αστέρως, Νόρα, ο εξάδελφος της, Γιαννάκης και η αδερφή της, Δέσπω.
Στην δεύτερη φωτογραφία απεικονίζονται η θεία της Αστέρως, Τούλα, και τα κορίτσια, Νόρα (αριστερά) και Δέσπω (δεξιά).
Στην τρίτη φωτογραφία αναγνωρίζεται η εξάδελφη της Αστέρως, Νόρα, η αδερφή της, Δέσπω και ο εξάδελφος της, Γιαννάκης.

Collection


Kάθε χρόνο στις μαύρες επετείους του πραξικοπήματος και της Τουρκικής εισβολής η μνήμη των προσφύγων γυρίζει πίσω στο 1974. Τα χρόνια που πέρασαν πολλά αλλά ο πόνος είναι πάντα ο ίδιος. Η Αστέρω Μενοίκου θυμάται ότι "όταν έγινε η Τουρκική εισβολή και πληροφορηθήκαμε ότι έπεσε στα χέρια των Τούρκων η Κερύνεια δεν πιστεύαμε ότι σε λίγες μέρες θα αναγκαζόμαστε και εμείς να φύγουμε από το σπίτι μας στην Αμμόχωστο. Η οικογένεια μου, τέσσερα άτομα, βάλαμε σε μια μικρή βαλίτσα τα ρούχα μας, και φεύγοντας κλειδώσαμε την πόρτα της κουζίνας, με την προϋπόθεση ότι θα επιστρέφαμε σύντομα."
Το 1990 ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ο Ραούφ Ντεκτάς προσκάλεσε τους δημοσιογράφους από τις ελεύθερες περιοχές να επισκεφτούν τις τουρκοκρατούμενες περιοχές για να δουν τα αναπτυξιακά έργα που έκαμε. Ενδιαφέρθηκαν τρεις δημοσιογράφοι από την Λάρνακα (και οι τρεις πρόσφυγες), μια εκ των οποίων η Αστέρω Μενοίκου, και δύο άλλα άτομα, και εκείνοι πρόσφυγες που ήθελαν να επισκεφθούν το σπίτι τους. Η Αστέρω Μενοίκου θυμάται ότι υπήρχε φόβος ανάμεσά τους γιατί θα ήταν ένα ταξίδι προς το άγνωστο, αν και μεταξύ τους δεν έλεγαν τίποτε. Όμως, ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία να επισκεφθούν τα σπίτια τους που δεν τους ένοιαζε. Αφού έφτασαν στο Λήδρα Πάλας, και χωρίς οποιεσδήποτε διατυπώσεις, δηλαδή χωρίς την επίδειξη ταυτότητας, επιβιβάστηκαν σε ένα ταξί και μαζί τους ήρθε ένας Τουρκοκύπριος ονόματι Μουσταφά, ο οποίος τους συνόδευε σε όλη την διαδρομή. Μετά από περιήγηση στα χωριά της επαρχίας Αμμμοχώστου, κατευθύνθηκαν προς την πόλη, η οποία ήταν και ο τελευταίος σταθμός.
Η μητέρα της Αστέρως, της είχε σχεδιάσει σε μια λευκή κόλλα ένα σχεδιάγραμμα για να εντοπίσει η δημοσιογράφος το σπίτι της οικογένειας στην Αμμόχωστο. Η ίδια αφηγείται ότι ήταν πολύ μικρή σε ηλικία όταν ξεριζώθηκαν και ότι θυμόταν αμυδρά την γειτονιά, το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο του Αγίου Νικολάου, στο οποίο πρόφτασε να φοιτήσει στις δύο πρώτες τάξεις. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι "όταν είδα το πρόχειρο αυτό σχεδιάγραμμα απογοητεύτηκα και σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ δύσκολο ή μάλλον ακατόρθωτο για να το βρω."
Δυστυχώς, "όταν φτάσαμε στα τείχη της Αμμοχώστου η ώρα ήταν 4.50 μ.μ. και είχαμε διορία μέχρι τις 5.00 μ.μ. διότι μετά έπρεπε να αναχωρήσουμε για τις ελεύθερες περιοχές. Καθίσαμε όλοι μαζί σε ένα καφενείο που ήταν εκεί για να πιούμε κάτι. Εγώ ήμουν τόσο στενοχωρημένη που δεν ήπια τίποτε γιατί η ώρα πέρασε και δεν κατάφερα να πάω στο σπίτι μου. Ενώ μιλούσαμε μεταξύ μας, ήρθε κοντά μας ένας άντρας, και απευθύνθηκε προς εμάς μιλώντας άπταιστα στα Ελληνικά. "Είσαστε Ελληνοκύπριοι; Είμαι Τουρκοκύπριος από την Πάφο". "Απέναντι από το σπίτι μου στην Αμμόχωστο υπήρχε (και υπάρχει) το μνημείο του Τούρκου λογοτέχνη Ναμίκ Κεμάλ. Εγώ τότε απευθυνόμενη προς τον Τουρκοκύπριο τον ρώτησα "Ξέρεις που είναι το μνημείο του Ναμίκ Κεμάλ;" Και όταν αυτός μου απάντησε καταφατικά τον ακολουθήσαμε. Δεν χρειαστήκαμε αυτοκίνητο. Ήταν τόσο κοντά. Δέκα λεπτά με τα πόδια. Θυμάμαι έτρεχα με λαχτάρα για να δω το σπίτι μου και άφησα αρκετά μέτρα πίσω την ομάδα μου. ΄Οσο πιο πολύ πλησίαζα στην γειτονιά μου τόσο πιο πολύ έτρεχα. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου το σπίτι μου. Σταμάτησα, το κοίταξα και μετά άρχισα να κλαίω, να κλαίω με λυγμούς. Το έβλεπα ξανά μετά από δεκαέξι χρόνια προσφυγιάς. Για καλή μας τύχη η Τουρκοκύπρια που διαμένει μέχρι τώρα στο σπίτι μου ήταν εκείνη την ώρα μέσα. Ο Τουρκοκύπριος συνοδός μας, ο Μουσταφά, μας είπε ότι "θα ζητήσει την άδεια της, και αν μας αφήσει τότε θα μπορέσουμε να μπούμε σ' αυτό". Κτύπησε την πόρτα, άνοιξε η Τουρκοκύπρια και μίλησαν στα Τουρκικά. Η Τουρκοκύπρια συγκατέθεσε και τότε μπήκαμε και στο σπίτι. Ξαφνιάστηκε και μας παρακολουθούσε καχύποπτα και με αμηχανία αλλά σύντομα κατάλαβε ότι απλά ήθελα να δω το σπίτι μου. Πήγα σε όλα τα δωμάτια. Ξύπνησαν οι παιδικές μου αναμνήσεις. Το παιδικό δωμάτιο εμένα και της αδελφής μου, το υπνοδωμάτιο των γονιών μου, η κουζίνα, η τραπεζαρία, το τζάκι. Η μητέρα μου μου είπε ότι έβαλαν και τζάκι στο σπίτι γιατί το χειμώνα ήταν πολύ κρύο το σπίτι και το άναβαν για να ζεσταινόμαστε. Μέσω του Μουσταφά ζήτησα από την Τουρκοκύπρια να μου δώσει φωτογραφίες μας και αν έχει ζωγραφικούς πίνακες της μητέρας μου. Εκείνη απάντησε ότι στο σπίτι πριν από αυτή διέμεναν και άλλες οικογένειες και δεν βρήκε τίποτε. Μου έδειξε δύο φωτογραφίες με δύο ζευγάρια την ημέρα του γάμου τους, όμως, δεν ήταν δικές μας. Το μόνο που βρήκε στο σπίτι μας ήταν το πιάνο της αδελφής μου, το οποίο δώρισε σε κάποιο σχολείο.
Η Τουρκοκύπρια που διαμένει μέχρι σήμερα σ' αυτό με την οικογένεια της, μας είπε ότι κατάγεται από την Πάφο και ότι αναγκάστηκε να φύγει και αυτή από το σπίτι της με τις δικοινοτικές ταραχές. Η μητέρα μου και η αδελφή μου επισκέφθηκαν και αυτές το σπίτι μας στην Αμμόχωστο, το 2003, όταν διένοιξαν τα οδοφράγματα.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν που είδα το σπίτι μου όπως το άφησα πριν το 1974. Τα δέντρα μας στο πίσω μέρος της αυλής, δύο μανταρινιές και την λεμονιά μας, την παιδική μου κούνια στο πίσω μέρος της αυλής, την λιμνούλα στην αυλή μας, τα φαναράκια μας στην είσοδο του σπιτιού μέχρι και το χερούλι της εξώπορτας του σπιτιού αλλά και τον αριθμό πάνω από την είσοδο. Βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες με την Τουρκοκύπρια και πριν ξεκινήσουμε για την επιστροφή τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Διαισθάνθηκε αμέσως ότι τα κατάφερα και έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να πει τίποτε από την συγκίνηση της."
Το ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε στο περιοδικό 'ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ' στις 25 Ιανουαρίου 1990.

Collection


Η έκθεση έγινε το 1975, μετά την Τουρκική εισβολή, στην προσφυγιά.

Collection


Ο χαράκτης Παναγιώτης Μαραγκός χαράζει ξερές κολοκύθες (ή αλλιώς κολότζια).

Collection


Οι πρόσκοποι παίζουν εμβατήρια κατά την διάρκεια παρέλασης και, στο πλαίσιο της κοινωνικής τους εργασίας, αφαιρούν ξερά χόρτα από τις παρειές των δρόμων.

Collection


Στα μέσα του 20ου αιώνα η διασκέδαση σε γαμήλιες εκδηλώσεις γινόταν με τη συνοδεία λαούτων, βιολιών και ακκορντεόν και παραδοσιακών τραγουδιών.

Collection


Ένα απο τα έθιμα του Κυπριακού γάμου ήταν η συνοδεία του γαμπρού και της νύφης από τα σπίτια τους μέχρι και την εκκλησία υπό την μουσική λαούτων και βιολιών.

Collection


Το πλούμισμα του ζεύγους Ηλία και Έλλης Καλλή. Το πλούμισμα (ή ο χορός) του ζευγαριού αποτελούσε ένα απο τα έθιμα που λάμβαναν χώρα τη Δευτέρα μετά τον γάμο. Η νύφη παρουσιάζεται ντυμένη με μαύρο φόρεμα, δώρο του γαμπρού, και ο γαμπρός με φορεσιά, δώρο της νύφης. Με τη συνοδεία μελωδίας, η νύφη χορεύει αντικριστό χορό με τον γαμπρό και ύστερα με την κουμέρα κι ο γαμπρός με τον κουμπάρο. Έπειτα, οι γονείς και οι φίλοι πλουμίζουν την νύφη και τον γαμπρό, οι οποίοι προσέρχονται καθώς χορεύουν, και στερεώνουν στο σκούφωμά τους κομμάτια από ύφασμα και αρμαθιές από χαρτονομίσματα.

Collection


Το έτος 1912, το Πάσχα συνέπεσε με τον εορτασμό του Ευαγγελισμού γι' αυτό και ονομάστηκε Κύριον Πάσχα.

Collection