Σπούδασε ζωγραφική σε Γαλλική σχολή. Την μέρα κρατούσε το νοικοκυριό, φρόντιζε την άλλη της κόρη και τον σύζυγό της, και το βράδυ μέχρι της πρωινές ώρες μελετούσε. Όταν παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Αμμόχωστο συμμετείχε μαζί με άλλους ζωγράφους-μέλη του ΕΚΑΤΕ (μεταξύ των οποίων και ο γνωστός Αμμοχωστιανός ζωγράφος Γιώργος Σκοτεινός) σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις. Μετά την Τουρκική εισβολή, όταν η οικογένεια εγκαταστάθηκε στις ελεύθερες περιοχές, η Νίκη Σιακαλλή συνέχισε να ζωγραφίζει και δημιούργησε το δικό της ατελιέ στο σπίτι της. Έλαβε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις ζωγράφων-μέλών του συνδέσμου ΣΚΑΛΑ (Σύνδεσμος Καλλιτεχνών Λάρνακας) στην Λάρνακα και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να ενημερώνεται για τα καλλιτεχνικά δρώμενα.

Collection


Η πρώτη φωτογραφία απεικονίζει την Αστέρω Μενοίκου και την φίλη της, Άντρη Ομήρου ως αποφοιτήσασες από το Δημοτικό Προδρόμου.
Η δεύτερη φωτογραφία απεικονίζει ομάδα χορευτικού ομίλου στο ΓΣΖ στη Λάρνακα εν δράσει.

Collection


Το 1992 η δημοσιογράφος Αστέρω Μενοίκου πήρε συνέντευξη από τον Δημήτρη Αλεξιάδη, έναν Σμυρνιό που κατοικούσε στην Λάρνακα. Στο ρεπορτάζ αυτό ο Δημήτρης Αλεξιάδης, γυρίζει το χρόνο πίσω όπου μέχρι τα 12 του χρόνια ζούσε στην Σμύρνη (πριν την Μικρασιατική Καταστροφή). Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό <Το περιοδικό> που ανήκε στον όμιλο που εκδίδει και την εφημερίδα <Σημερινή>.
"Στην Σμύρνη υπήρχαν ωραία κτίρια, μόνο στο παραλέλι (την παραλία). Εκεί ήταν οι πρεσβείες, τα προξενεία, τα ξενοδοχεία και τα τρία μεγάλα καφενεία. Ένα από αυτά ήταν το καφενείο <Ποσειδών>, όπου πήγαινε συχνά ο πατέρας μου και έπαιζε μπιλιάρδο. Στη Σμύρνη εκτός από ΄Ελληνες, υπήρχαν Εβραίοι, Αρμένιοι, Τούρκοι και πολλές άλλες φυλές. Εκείνα τα χρόνια ήταν μεγάλη η φτώχεια. Το <ψούνος> (η αγορά) ήταν με το μετελίκκι (τούρκικο χρήμα), με μερικά από αυτά πήγαινες στην αγορά, έπαιρνες ένα σωρό πράγματα και έφερνες και ρέστα. Το κύριο συγκοινωνιακό μέσο ήταν το ποδήλατο αλλά στη Σμύρνη υπήρχαν και γκαμήλες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν διάφορα φορτία και <αραμπάδες> (αμάξια). Επίσης στη Σμύρνη υπήρχαν τρία-τέσσερα παντελονάδικα. Ο πατέρας μου ήταν ο καλύτερος παντελονάς της Σμύρνης. "Όταν ήμουν 9-10 χρονών, πήγαινα σε Εβραϊκά και Τούρκικα καταστήματα έπαιρνα τα υφάσματα, τα φόρτωνα στον ώμο μου, τα έπαιρνα στο σπίτι και τα ράβαμε. Θυμάμαι ότι ράβαμε έξι-εφτά παντελόνια την ημέρα. Επειδή ήταν πολλή δουλειά, είχαμε μαζί μας τέσσερα-πέντε κορίτσια που μας βοηθούσαν. Ήταν μεγάλη η φτώχεια, γι' αυτό εργάζονταν και οι γυναίκες. Καθημερινά περνούσαν από το σπίτι μας νεαρά κορίτσια που πήγαιναν στη συλλογή των σύκων. Τα σύκα τα παστά τότε τα έλιωναν με τα πόδια. Εγώ και ο πατέρας μου σηκωνόμασταν νύκτα για να ετοιμάσουμε την δουλειά για τα κορίτσια. Τις χειμωνιάτικες νύκτες περνούσε από το σπίτι μας ο σαλεψής με τον μπόγο του στον ώμο και φώναζε <σαλέπι>. Το σαλέπι ήταν ένα ζεστό ρόφημα, το οποίο έπινες με ζάχαρη και κανέλα. Πίναμε λοιπόν απ΄ αυτό το ρόφημα και ζεσταινόμασταν. Πριν την Μικρασιατική Καταστροφή, ήμασταν αγαπημένοι με τους Τούρκους. Οι φασαρίες άρχισαν το 1921-22. Ο ελληνικός στρατός αναγκαζόταν να οπισθοχωρήσει, διότι οι Αγλογάλλοι έδιναν πολεμοφόδια στους Τούρκους. Από τους στρατιωτικούς θυμάμαι τον Πλαστήρα, τον Παπάγο και τον Κονδύλη."

"Όταν κάηκε ολόκληρη η Σμύρνη από τις φωτιές, χιλιάδες οικογένειες πήγαν στην παραλία της Σμύρνης. Οι Τούρκοι που γνώριζαν ποιές ήταν οι πλούσιες οικογένειες, πήγαιναν και τους έπαιρναν τα χρήματα. Κανένας δεν μπορούσε να μιλήσει ή να διαμαρτυρηθεί. Οι Τούρκοι δεν σκότωναν τον άμαχο πληθυσμό, όμως, όπως σε κάθε πόλεμο υπάρχουν λαβωμένοι, σκοτωμένοι και ζημιές. Όλοι οι πρόσφυγες κατάφεραν να γλιτώσουν την ζωή τους χάρη σε τρία μεγάλα αμερικανικά βαπόρια που πήγαν ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό στην Σμύρνη. Όταν φύγαμε από την Σμύρνη, πήγα με την οικογένειά μου σε μια μεγάλη πολιτεία, στο Κορδελιό, απέναντι από την Σμύρνη. Εκεί τα πράγματα ήταν πιο ήσυχα. Η γιαγιά μου είχε δύο σπίτια στην παραλία, κι αφού δεν είχαμε που αλλού να πάμε, μείναμε εκεί. Μια νύκτα θυμάμαι, ήρθαν Τούρκοι στο δεύτερο πάτωμα και πήραν τις κοπέλες και τις έφεραν το πρωί. Πέρασαν πολλές βδομάδες εκεί οπόταν μια μέρα ενώ ήμουν μαζί με τον πατέρα μου και ψάχναμε για δουλειά, μας σταμάτησαν οι Τούρκοι. Ο πατέρας μου ήταν τότε περίπου 40 χρονών. Του ζήτησαν τα χαρτιά του, δεν είχε όμως, γιατί ήταν ραγιάς. Τον πήραν τότε και τον έβαλαν σε μια αποθήκη μαζί με άλλους νέους και από τότε δεν τον ξανάδαμε. Μετά πήγαμε στην Μυτιλήνη, δεν μας δέχτηκαν, όμως, και έτσι πήγαμε στην Χίο. Για αρκετό καιρό κοιμόμασταν στους δρόμους της Χίου. Σιγά-σιγά η κυβέρνηση προθυμοποιήθηκε να μας βοηθήσει. ΄Ηταν Οκτώβρης και άρχισε το κρύο και οι βροχές. Μας βάλανε σε αποθήκες και μας έδιναν συσσίτιο. Μετά την Χίο πήγαμε στην Ελευσίνα, ένα μέρος του Πειραιά. Και εκεί μείναμε για αρκετό καιρό στους δρόμους. Εγώ μαζί με πολλές άλλες οικογένειες, βρήκαμε καταφύγιο στην εκκλησία του ΄Αι Νικόλα. Στο μεταξύ, ένας πλούσιος θείος μου στην Αίγυπτο, πληροφορήθηκε τα νέα μας και μας πλήρωσε τα εισιτήρια για να πάμε κοντά του. ΄Όταν φτάσαμε στην Αίγυπτο, μας έβαλαν καραντίνα μήπως και ήμασταν άρρωστοι. Ο θείος μου όμως επειδή 'είχε τα μέσα' κατάφερε και μας έβγαλε απ' εκεί. Εμένα με έβαλε στο σχολείο αλλά επειδή ήμουν 13 χρονών και ήμουν ψηλός, τα άλλα τα παιδιά με φώναζαν 'μπαμπά'. Εγώ τότε θύμωσα και του είπα ότι δεν ήθελα να μάθω γράμματα. Επειδή λοιπόν μου άρεσε η ζαχαροπλαστική, έγινα ζαχαροπλάστης, ένα επάγγελμα που συνεχίζει σήμερα και ο γιός μου."

Στην συνέντευξη παρευρισκόταν και ο γιός του γέρο-Δημήτρη, Ηλίας, ο οποίος μας είπε ότι πάντα ο πατέρας του θυμάται την Σμύρνη. "Όταν ήμασταν μικροί, είπε, ο μόνος λόγος και η μόνη έγνοια του πατέρα μου ήταν η Σμύρνη. Μας έλεγε τόσα πολλά, που μας <μπόλιασε> μ' εκείνη την ιδέα. Είμαστε τόσο <μπολιασμένοι>τώρα, που αν χρειαστεί θα πάμε στην πρώτη γραμμή να πεθάνουμε, απλώς για να γραφτεί ότι εμείς είμαστε η τρίτη γενεά της Σμύρνης που πολεμήσαμε. Το βασικότερο, όμως, για μας είναι ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τις ρίζες μας και να παραδίνουμε την ίδια σκυτάλη στις επόμενες γενιές."
(Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στο Κυπριακό περιοδικό <Το περιοδικό>.

Collection


Ο τότε Δήμαρχος Λάρνακας, κος Χριστοδουλίδης για την προσφορά της προς τον Δήμο Λάρνακας ως δημοσιογράφος.

Collection


To 2006 o Μάρκος Παγδατής κατόρθωσε ως τενίστας να θεωρείται στους καλύτερους του κόσμου. Είναι ευρέως γνωστός ο σπουδαίος εκείνος αγώνα που έδωσε με τον Roger Federer στο τουρνουά Γκράν Σλαμ στην Αυστραλία, στον οποίο τελικά νίκησε ο Roger Federer. Μετά από αυτό τον αγώνα η Κυπριακή κυβέρνηση κάλεσε τον Μάρκο Παγδατή και την ομάδα του στη Κύπρο. Από το κτίριο του αεροδρομίου εκατοντάδες άτομα, φλάς, φωτογραφικές μηχανές. Eκεί ήταν και όλη του η οικογένεια. Σε αίθουσα του παλαιού αεροδρομίου Λάρνακας έδωσε συνέντευξη, ευχαριστώντας τους γονείς του.
Στην εκδήλωση του δόθηκε τιμητική πλακέτα και στην συνέχεια σήκωσε το τρόπαιο που του δόθηκε στον αγώνα του με τον Roger Federer. Ανάμεσα στους παρισταμένους ήταν και ο πρώην Υπουργός Παιδείας, κος Πεύκιος Γεωργιάδης, ο Υφυπουργός, Τίτος Χριστοφίδης, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Αντισφαίρισης, ο προπονητής του στην Κύπρο και άλλοι.

Collection


Οι φωτογραφίες απεικονίζουν συγγενείς της Αστέρως Μενοίκου.
Στην πρώτη φωτογραφία απεικονίζονται (από αριστερά) η θεία της Αστέρως, Τούλα, η μητέρα της, Νίκη και η γιαγιά της, Ελένη. Μπροστά διακρίνονται η εξάδελφη της Αστέρως, Νόρα, ο εξάδελφος της, Γιαννάκης και η αδερφή της, Δέσπω.
Στην δεύτερη φωτογραφία απεικονίζονται η θεία της Αστέρως, Τούλα, και τα κορίτσια, Νόρα (αριστερά) και Δέσπω (δεξιά).
Στην τρίτη φωτογραφία αναγνωρίζεται η εξάδελφη της Αστέρως, Νόρα, η αδερφή της, Δέσπω και ο εξάδελφος της, Γιαννάκης.

Collection


Kάθε χρόνο στις μαύρες επετείους του πραξικοπήματος και της Τουρκικής εισβολής η μνήμη των προσφύγων γυρίζει πίσω στο 1974. Τα χρόνια που πέρασαν πολλά αλλά ο πόνος είναι πάντα ο ίδιος. Η Αστέρω Μενοίκου θυμάται ότι "όταν έγινε η Τουρκική εισβολή και πληροφορηθήκαμε ότι έπεσε στα χέρια των Τούρκων η Κερύνεια δεν πιστεύαμε ότι σε λίγες μέρες θα αναγκαζόμαστε και εμείς να φύγουμε από το σπίτι μας στην Αμμόχωστο. Η οικογένεια μου, τέσσερα άτομα, βάλαμε σε μια μικρή βαλίτσα τα ρούχα μας, και φεύγοντας κλειδώσαμε την πόρτα της κουζίνας, με την προϋπόθεση ότι θα επιστρέφαμε σύντομα."
Το 1990 ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ο Ραούφ Ντεκτάς προσκάλεσε τους δημοσιογράφους από τις ελεύθερες περιοχές να επισκεφτούν τις τουρκοκρατούμενες περιοχές για να δουν τα αναπτυξιακά έργα που έκαμε. Ενδιαφέρθηκαν τρεις δημοσιογράφοι από την Λάρνακα (και οι τρεις πρόσφυγες), μια εκ των οποίων η Αστέρω Μενοίκου, και δύο άλλα άτομα, και εκείνοι πρόσφυγες που ήθελαν να επισκεφθούν το σπίτι τους. Η Αστέρω Μενοίκου θυμάται ότι υπήρχε φόβος ανάμεσά τους γιατί θα ήταν ένα ταξίδι προς το άγνωστο, αν και μεταξύ τους δεν έλεγαν τίποτε. Όμως, ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία να επισκεφθούν τα σπίτια τους που δεν τους ένοιαζε. Αφού έφτασαν στο Λήδρα Πάλας, και χωρίς οποιεσδήποτε διατυπώσεις, δηλαδή χωρίς την επίδειξη ταυτότητας, επιβιβάστηκαν σε ένα ταξί και μαζί τους ήρθε ένας Τουρκοκύπριος ονόματι Μουσταφά, ο οποίος τους συνόδευε σε όλη την διαδρομή. Μετά από περιήγηση στα χωριά της επαρχίας Αμμμοχώστου, κατευθύνθηκαν προς την πόλη, η οποία ήταν και ο τελευταίος σταθμός.
Η μητέρα της Αστέρως, της είχε σχεδιάσει σε μια λευκή κόλλα ένα σχεδιάγραμμα για να εντοπίσει η δημοσιογράφος το σπίτι της οικογένειας στην Αμμόχωστο. Η ίδια αφηγείται ότι ήταν πολύ μικρή σε ηλικία όταν ξεριζώθηκαν και ότι θυμόταν αμυδρά την γειτονιά, το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο του Αγίου Νικολάου, στο οποίο πρόφτασε να φοιτήσει στις δύο πρώτες τάξεις. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι "όταν είδα το πρόχειρο αυτό σχεδιάγραμμα απογοητεύτηκα και σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ δύσκολο ή μάλλον ακατόρθωτο για να το βρω."
Δυστυχώς, "όταν φτάσαμε στα τείχη της Αμμοχώστου η ώρα ήταν 4.50 μ.μ. και είχαμε διορία μέχρι τις 5.00 μ.μ. διότι μετά έπρεπε να αναχωρήσουμε για τις ελεύθερες περιοχές. Καθίσαμε όλοι μαζί σε ένα καφενείο που ήταν εκεί για να πιούμε κάτι. Εγώ ήμουν τόσο στενοχωρημένη που δεν ήπια τίποτε γιατί η ώρα πέρασε και δεν κατάφερα να πάω στο σπίτι μου. Ενώ μιλούσαμε μεταξύ μας, ήρθε κοντά μας ένας άντρας, και απευθύνθηκε προς εμάς μιλώντας άπταιστα στα Ελληνικά. "Είσαστε Ελληνοκύπριοι; Είμαι Τουρκοκύπριος από την Πάφο". "Απέναντι από το σπίτι μου στην Αμμόχωστο υπήρχε (και υπάρχει) το μνημείο του Τούρκου λογοτέχνη Ναμίκ Κεμάλ. Εγώ τότε απευθυνόμενη προς τον Τουρκοκύπριο τον ρώτησα "Ξέρεις που είναι το μνημείο του Ναμίκ Κεμάλ;" Και όταν αυτός μου απάντησε καταφατικά τον ακολουθήσαμε. Δεν χρειαστήκαμε αυτοκίνητο. Ήταν τόσο κοντά. Δέκα λεπτά με τα πόδια. Θυμάμαι έτρεχα με λαχτάρα για να δω το σπίτι μου και άφησα αρκετά μέτρα πίσω την ομάδα μου. ΄Οσο πιο πολύ πλησίαζα στην γειτονιά μου τόσο πιο πολύ έτρεχα. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου το σπίτι μου. Σταμάτησα, το κοίταξα και μετά άρχισα να κλαίω, να κλαίω με λυγμούς. Το έβλεπα ξανά μετά από δεκαέξι χρόνια προσφυγιάς. Για καλή μας τύχη η Τουρκοκύπρια που διαμένει μέχρι τώρα στο σπίτι μου ήταν εκείνη την ώρα μέσα. Ο Τουρκοκύπριος συνοδός μας, ο Μουσταφά, μας είπε ότι "θα ζητήσει την άδεια της, και αν μας αφήσει τότε θα μπορέσουμε να μπούμε σ' αυτό". Κτύπησε την πόρτα, άνοιξε η Τουρκοκύπρια και μίλησαν στα Τουρκικά. Η Τουρκοκύπρια συγκατέθεσε και τότε μπήκαμε και στο σπίτι. Ξαφνιάστηκε και μας παρακολουθούσε καχύποπτα και με αμηχανία αλλά σύντομα κατάλαβε ότι απλά ήθελα να δω το σπίτι μου. Πήγα σε όλα τα δωμάτια. Ξύπνησαν οι παιδικές μου αναμνήσεις. Το παιδικό δωμάτιο εμένα και της αδελφής μου, το υπνοδωμάτιο των γονιών μου, η κουζίνα, η τραπεζαρία, το τζάκι. Η μητέρα μου μου είπε ότι έβαλαν και τζάκι στο σπίτι γιατί το χειμώνα ήταν πολύ κρύο το σπίτι και το άναβαν για να ζεσταινόμαστε. Μέσω του Μουσταφά ζήτησα από την Τουρκοκύπρια να μου δώσει φωτογραφίες μας και αν έχει ζωγραφικούς πίνακες της μητέρας μου. Εκείνη απάντησε ότι στο σπίτι πριν από αυτή διέμεναν και άλλες οικογένειες και δεν βρήκε τίποτε. Μου έδειξε δύο φωτογραφίες με δύο ζευγάρια την ημέρα του γάμου τους, όμως, δεν ήταν δικές μας. Το μόνο που βρήκε στο σπίτι μας ήταν το πιάνο της αδελφής μου, το οποίο δώρισε σε κάποιο σχολείο.
Η Τουρκοκύπρια που διαμένει μέχρι σήμερα σ' αυτό με την οικογένεια της, μας είπε ότι κατάγεται από την Πάφο και ότι αναγκάστηκε να φύγει και αυτή από το σπίτι της με τις δικοινοτικές ταραχές. Η μητέρα μου και η αδελφή μου επισκέφθηκαν και αυτές το σπίτι μας στην Αμμόχωστο, το 2003, όταν διένοιξαν τα οδοφράγματα.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν που είδα το σπίτι μου όπως το άφησα πριν το 1974. Τα δέντρα μας στο πίσω μέρος της αυλής, δύο μανταρινιές και την λεμονιά μας, την παιδική μου κούνια στο πίσω μέρος της αυλής, την λιμνούλα στην αυλή μας, τα φαναράκια μας στην είσοδο του σπιτιού μέχρι και το χερούλι της εξώπορτας του σπιτιού αλλά και τον αριθμό πάνω από την είσοδο. Βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες με την Τουρκοκύπρια και πριν ξεκινήσουμε για την επιστροφή τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Διαισθάνθηκε αμέσως ότι τα κατάφερα και έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να πει τίποτε από την συγκίνηση της."
Το ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε στο περιοδικό 'ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ' στις 25 Ιανουαρίου 1990.

Collection


Ρεπορτάζ όπως δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ από την δημοσιογράφο Αστέρω Μενοίκου.

Φωτογραφία 1: Την φωτογραφία αυτή χάρισε στην Αστέρω Μενοίκου, η απόγονος του γνωστού φωτογράφου της Λάρνακας, κ. Γκλάνσερ.
Φωτογραφία 2: Βαρνάβας Χριστοφή, από την ΄Εγκωμη Αμμοχώστου
Φωτογραφία 3: Ιωνάς Προκοπά, από την Λύση.
Φωτογραφία 4: Κυριάκος Κακουρή από την Άσσια.
Φωτογραφία 5: Γιακουμής Ατσιήκκος από την Λύση μαζί με τον Μάριο Σωφρονίου.
Φωτογραφία 6: Μηνάς Χριστοφόρου Κίρλαππου, από το Κίτι.

Collection


Ρεπορτάζ όπως δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ από την δημοσιογράφο Αστέρω Μενοίκου,

Νίκος Ζαννετής: "Ο αδελφός μου μου δίδαξε την φωτογραφική τέχνη από το 1945. Η τέχνη αυτή ήταν κάποτε επικερδής. ΄Οπως ο πατέρας μου έτσι και εγώ ήμουν πλανόδιος φωτογράφος. Γύρισα όλη την Κύπρο με τη φωτογραφική στο χέρι. Τα παλιά χρόνια είχαμε πολλή δουλειά. Θυμάμαι πήγαινα σε διάφορα σχολεία της Κύπρου και έβγαζα στους μαθητές αναμνηστικές φωτογραφίες.

Τώρα η δουλειά μας έπεσε γιατί μας κτυπούν οι φωτογράφοι με τις αυτόματες έγχρωμες φωτογραφίες που βγάζουν. Σκοπεύουμε να σταματήσουμε γιατί δεν υπάρχει πλέον δουλειά για μας εδώ.

Με την τέχνη αυτή ανάγιωσα έξι παιδιά".

Ευάγγελος Ζαννετής : "Αρχισα από 14 χρονών το επάγγελμα του φωτογράφου. Τα παλιά χρόνια είχαμε πολλή δουλειά αλλά τώρα μόλις που βγάζουμε το ψωμί μας. Ερχόμαστε εδώ για χόμπι πλέον. Οι φωτογραφικές μηχανές εδώ που χρησιμοποιούμε είναι από τις πρωτινές. Τώρα δεν υπάρχουν τέτοιες φωτογραφικές μηχανές. Την μια φωτογραφική την προμηθευτήκαμε από την Ελλάδα και την άλλη από την Λεμεσό. Μέσα σ΄ αυτές υπάρχει και σκοτεινός θάλαμος. Εμφανίζουμε τις φωτογραφίες και τις τυπώνουμε εδώ στο ύπαιθρο σε 10΄ λεπτά."

Collection


H γιορτή διεξήχθη στο κινηματοθέατρο Μακρίδη. Η Αστέρω Μενοίκου υποδεικνύεται με τόξο.

Collection