Η Κατερίνα αναγνωρίζεται καθήμενη στα δεξιά και η Χριστίνα δεύτερη ιστάμενη απο αριστερά.

Collection


Η Χριστίνα κρατά στα χέρια το μαντολίνο της, περιτριγυρισμένη απο φίλες της σε ανέμελες στιγμές στο Μοναστήρι του Κύκκου. Η Χριστίνα είχε μάθει απο μικρή ηλικία να παίζει μαντολίνο και να τραγουδά.

Collection


Η προσφυγοποίηση οικογενειών απο την Μικρά Ασία, και δη χήρων γυναικών, τις ανάγκασε να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία αφού τα μέσα για την ανατροφή τους ήταν ανύπαρκτα. Η Κατερίνα, όμως, δεν αποδέχθηκε να αποχωριστεί τα παιδιά της. Η οικογένεια βίωσε δύσκολες μέρες γι' αυτό και όλοι αναγκάστηκαν να βγουν στη βιοπάλη. Αυτό τους έδεσε ακόμα περισσότερο ως οικογένεια. Στο κέντρο αναγνωρίζεται η Κατερίνα και εκατέρωθέν της, οι γιοί της, Κυριάκος και Μιχάλης ενώ πίσω της ιστάμενοι βρίσκονται ο γιός της, Αβραάμ, η θυγατέρα της, Χριστίνα, η οποία είχε ήδη αρχίσει να μαθαίνει την ραπτική τέχνη, αλλά και ο μικρότερος γιός της, Βύρων.

Collection


Το 1928, η Κατερίνα ταξίδεψε στην Αθήνα για να παραλάβει την αποζημίωση που αναλογούσε σε όλους τους πρόσφυγες απο την Μικρά Ασία όπως προνοούσε η Συνθήκη της Λωζάνης. Στην φωτογραφία απεικονίζεται η Κατερίνα και μερικοί συγγενείς της, οι οποίοι στην Αθήνα διέμεναν σε καταυλισμούς.

Collection


Το έγγραφο αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο έντυπο τέτοιου τύπου στην Κύπρο. Το 1922, όπως όλοι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις οικίες τους ως συνέπεια της Μικρασιατικής καταστροφής, έτσι και η Κατερίνα και τα παιδιά της επιβιβάστηκαν σε ένα πλοιάριο και μετά απο ταξίδι 14 ημερών έφτασαν στην Λάρνακα. Ωστόσο, η Βρετανική διοίκηση του νησιού δεν επέτρεπε στους πρόσφυγες να αποβιβαστούν, εκτός εαν πλήρωναν για την είσοδό τους στο νησί αλλά και την παραμονή τους στο λοιμοκαθαρτήριο της Λάρνακας αφού φοβόντουσαν την πιθανότητα ότι οι πρόφυγες έφεραν λοιμώδεις ασθένειες. Το παρόν έγγραφο επικυρώνει ότι η Κατερίνα και τα πέντε παιδιά της παρέμειναν για κάποιες μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο Λάρνακας. Εκτός αυτού, απο το έγγραφο πληροφορούμαστε και άλλες σημαντικότατες πληροφορίες όπως η ημερομηνία εισόδου τους στην Κύπρο στις 3 Δεκεμβρίου 1922 και το πλοιάριο με το οποίο έφτασαν, το Fed El Rahman, από το Ανεμούριο. Σημαίνουσας σημασίας αποτελεί το γεγονός ότι η Κατερίνα και τα παιδιά της εγγράφηκαν με το επίθετό της και όχι του αποβιώσαντος συζύγου της αλλά και ότι ο μικρός Βύρωνας, το τελευταίο παιδί της οικογένειας είχε γραφεί ως Γαβριήλ. Αυτό γιατί λίγο καιρό μετά την γέννησή του ο πατέρας του, Γαβριήλ, απεβίωσε και για τον λόγο αυτό πολλοί τον αποκαλούσαν με το όνομα του πατέρα του. Το έγγραφο εκδόθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1928, όταν η Κατερίνα έλαβε ειδοποίηση ότι έπρεπε να ταξιδέψει στην Ελλάδα για να παραλάβει την αποζημίωση που της αναλογούσε όπως προνοούσε η Συνθήκη της Λωζάνης.

Collection


Η μοναδική φωτογραφία όπου απεικονίζονται τα παιδιά χωρίς την μητέρα τους. Καθήμενοι αναγνωρίζονται ο Μιχάλης (αριστερά) και ο Κυριάκος (δεξιά) και ιστάμενοι ο μικρός Βύρων, ο Αβραάμ και η Χριστίνα. Μετά την προσφυγοποίησή τους, η Κατερίνα, όντας χήρα, προσπαθούσε να επιβιώσει μαζί με τα παιδιά της στη δεύτερη τους πατρίδα, την Κύπρο. Έπλεκε κάλτσες και έστελνε την μοναχοκόρη της, Χριστίνα, στο Γυναικοπάζαρο της Λευκωσίας για να τις πωλήσει, ενώ, τα αγόρια βγήκαν νωρίς στην βιοπάλη. Η οικογένεια διέμενε στην περιοχή της Χρυσαλινιώτισσας, του Αγ. Κασσιανού και του Αγ. Λουκά. Το 1928, λίγα χρόνια μετά την μετανάστευση στην Κύπρο, η Κατερίνα, όπως και όλοι οι Έλληνες Μικρασιάτες, λαμβάνει ειδοποίηση ότι έπρεπε να παρουσιαστεί για να παραλάβει την αποζημίωση που της αναλογούσε όπως προνοούσε η Συνθήκη της Λωζάνης. Έτσι η αναγκάστηκε να ταξιδέψει μαζί με 2-3 συγχωριανούς στην Ελλάδα για τρείς μήνες. Εκεί συναντήθηκε ξανά με πολλούς συγγνείς, γνωστούς και φίλους αλλά ένιωθε την απουσία των παιδιών της. Γι' αυτό και τους τηλεγραφεί να της στείλουν μια φωτογραφία όπου απεικονίζονται όλοι μαζί.

Collection


Στην φωτογραφία απεικονίζεται καθήμενη η Κατερίνα, περιτρυγιρισμένη απο τα παιδιά της. Εκατέρωθέν της ο Βύρων και η Χριστίνα και πίσω ο Μιχάλης, Αβραάμ και Κυριάκος, λίγα χρόνια μετά την μετανάστευσή τους στην Κύπρο λόγω του ξεριζωμού που υπέστησαν απο την Μικρασιατική καταστροφή. Στο Ανεμούριο, η οικογένεια ήταν μια από τις πιο ευκατάστατες της περιοχής. Όμως, το 1922, όταν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις οικίες τους, η Κατερίνα και τα παιδιά της επιβιβάστηκαν σε ένα πλοιάριο και μετά απο ταξίδι 14 ημερών έφτασαν στην Λάρνακα. Ωστόσο, η Αγγλική διοίκηση του νησιού δεν επέτρεπε στους πρόσφυγες να αποβιβαστούν, εκτός εαν πλήρωναν για την είσοδό τους στο νησί αλλά και την παραμονή τους στο λοιμοκαθαρτήριο της Λάρνακας αφού φοβόντουσαν ότι οι πρόφυγες έφεραν λοιμώδεις ασθένεις. Πρωταρχικό, όμως, μέλημα των Μικρασιατών καθώς έφευγαν κατατρεγμένοι απο τον τόπο τους δεν ήταν να πάρουν χρήματα μαζί τους και γι'αυτό δεν μπορούσαν να πληρώσουν για να εισέλθουν στη χώρα. Επομένως, οι πρόσφυγες δέχονταν την άρνηση των Άγγλων για αποβίβαση στην Κύπρο με αποτέλεσμα να κινητοποιηθεί η Επιτροπή Κυριών αλλά κυρίως ο Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Γ', οι Μητροπολιτες Κιτίου και Κυρηνείας, ο Ηγούμενος Μαχαιρά αλλά και ολόκληρος ο Κυπριακός λαός. Έτσι, επετεύχθη η συλλογή ρουχισμού, φαγητού και χρημάτων για να γίνει εφικτή η είσοδος και η φροντίδα των προσφύγων στο νησί. Ωστόσο, εκτός από την Εκκλησία της Κύπρου, η κοινότητα Μικρασιατών οφείλει την αμέριστη ευγνωμοσύνη της προς το πρόσωπο του εμπόρου Χατζηθανάση, ο οποίος εγγυήθηκε την οικογένεια της Κατερίνας αλλά και άλλες οικογένειες για να αποβιβαστούν στο νησί. Η Κατερίνα γνώριζε προσωπικά τον Χατζηθανάση γιατί ήταν συνεργάτης του συζύγου της στο εμπόριο προϊόντων που διεξήγαγαν. Λόγω αυτού, η Κατερίνα τηλεγραφεί στον Χατζηθανάση και αυτός έρχεται στην Λάρνακα για να παραλάβει και να μεταφέρει εκείνη και τα παιδιά της στην Λευκωσία. Όμως, η Κατερίνα ζητά απο τον Χατζηθανάση να εγγυηθεί ακόμα πέντε οικογένειες που δούλευαν σε αυτήν στο Ανεμούριο για να έλθουν και αυτές μαζί. Η Αρχιεπισκοπή είχε προετοιμάσει δωμάτια αρκετών εκκλησιών όπως του Αγ. Κασσιανού, της Χρυσαλινιώτισσας, του Αγ. Λουκά, του Αγ. Γεωργίου για να δεχθούν τους πρόσφυγες.

Collection


Στην φωτογραφία απεικονίζεται καθήμενη η Κατερίνα και δίπλα της ο Βύρωνας και ο Κυριάκος, και πίσω ιστάμενοι ο Αβραάμ, η Χριστίνα και ο Μιχάλης, λίγα χρόνια μετά την μετανάστευσή τους στην Κύπρο λόγω του ξεριζωμού που υπέστησαν απο την Μικρασιατική καταστροφή. Στο Ανεμούριο, η οικογένεια ήταν μια από τις πιο ευκατάστατες της περιοχής. Όμως, το 1922, όταν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις οικίες τους, η Κατερίνα και τα παιδιά της επιβιβάστηκαν σε ένα πλοιάριο και μετά απο ταξίδι 14 ημερών έφτασαν στην Λάρνακα. Ωστόσο, η Αγγλική διοίκηση του νησιού δεν επέτρεπε στους πρόσφυγες να αποβιβαστούν, εκτός εαν πλήρωναν για την είσοδό τους στο νησί αλλά και την παραμονή τους στο λοιμοκαθαρτήριο της Λάρνακας αφού φοβόντουσαν την πιθανότητα ότι οι πρόφυγες έφεραν λοιμώδεις ασθένειες. Πρωταρχικό, όμως, μέλημα των Μικρασιατών καθώς έφευγαν κατατρεγμένοι απο τον τόπο τους δεν ήταν να πάρουν χρήματα μαζί τους και γι'αυτό δεν μπορούσαν να πληρώσουν για να εισέλθουν στη χώρα. Επομένως, οι πρόσφυγες δέχονταν την άρνηση των Άγγλων για αποβίβαση στην Κύπρο με αποτέλεσμα να κινητοποιηθεί η Επιτροπή Κυριών αλλά κυρίως ο Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Γ', οι Μητροπολιτες Κιτίου και Κυρηνείας, ο Ηγούμενος Μαχαιρά αλλά και ολόκληρος ο Κυπριακός λαός. Έτσι, επετεύχθη η συλλογή ρουχισμού, φαγητού και χρημάτων για να γίνει εφικτή η είσοδος και η φροντίδα των προσφύγων στο νησί. Ωστόσο, εκτός από την Εκκλησία της Κύπρου, η κοινότητα Μικρασιατών οφείλει την αμέριστη ευγνωμοσύνη της προς το πρόσωπο του εμπόρου Χατζηθανάση, ο οποίος εγγυήθηκε την οικογένεια της Κατερίνας αλλά και άλλες οικογένειες για να αποβιβαστούν στο νησί. Η Κατερίνα γνώριζε προσωπικά τον Χατζηθανάση γιατί ήταν συνεργάτης του συζύγου της στο εμπόριο προϊόντων που διεξήγαγαν. Λόγω αυτού, η Κατερίνα τηλεγραφεί στον Χατζηθανάση και αυτός έρχεται στην Λάρνακα για να παραλάβει και να μεταφέρει εκείνη και τα παιδιά της στην Λευκωσία. Όμως, η Κατερίνα ζητά απο τον Χατζηθανάση να εγγυηθεί ακόμα πέντε οικογένειες που δούλευαν σε αυτήν στο Ανεμούριο για να έλθουν και αυτές μαζί. Η Αρχιεπισκοπή είχε προετοιμάσει δωμάτια αρκετών εκκλησιών όπως του Αγ. Κασσιανού, της Χρυσαλινιώτισσας, του Αγ. Λουκά, του Αγ. Γεωργίου για να δεχθούν τους πρόσφυγες.

Collection


Ο Βύρωνας, γεν. 1920, ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του Γαβριήλ και της Κατερίνας απο το Ανεμούριο και την Σελεύκεια της Μικράς Ασίας. Ο Γαβριήλ απεβίωσε λίγο καιρό μετά την γέννηση του Βύρωνα και για τον λόγο αυτό πολλοί τον αποκαλούσαν με το όνομα του πατέρα του. Το 1922, η Μικρασιατική καταστροφή επέφερε την μετανάστευση της οικογένειας στην Κύπρο και ο Βύρων όταν είχε εγγραφεί στο δημοτικό του Αγίου Κασσιανού δήλωσε ως όνομά του το Γαβριήλ, αντί Βύρων. Όμως, όταν άρχισε να μεγαλώνει, η αδερφή του, Χριστίνα, τον παρότρυνε να το αλλάξει. Στην φωτογραφία απεικονίζεται ο Βύρων στην βάφτισή του, όντας μερικών μηνών, να είναι ντυμένος με λευκό φορεματάκι και να φέρει στον λαιμό κολιέ απο κοχύλια, τα οποία πιθανότατα προέρχονται απο τον ποταμό που διέσχιζε το κτήμα της οικογένειας στο Ανεμούριο.

Collection


H Κατερίνα καταγόταν απο την Σελεύκεια της Μικράς Ασίας και ήταν σύζυγος του Γαβριήλ, γιου του Κυριάκου Γαβριήλ 'Κκελιά' απο το Ανεμούριο. Ο γάμος των δυο νεαρών πραγματοποιήθηκε ύστερα από πρωτοβουλία του πατέρα του Γαβριήλ όταν κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην περιοχή ως μεγαλογαιοκτήμονας, ο Κυριάκος είδε την όμορφη, μελαχρινή Κατερίνα και την ζήτησε απο τον πατέρα της, Χατζήμιχαηλ, για τον μονάκριβο γιο του. Ο Γαβριήλ ήταν μορφωμένος, γνώριζε 2-3 ευρωπαϊκές γλώσσες και ήταν αυτός που διεξήγαγε το εμπόριο των αγαθών που παρήγαγε η οικογένειά του όχι μόνο με την Κύπρο αλλά και την Ιταλία και την Γαλλία. Δυστυχώς έχασε την ζωή του, το 1920, σε δυστύχημα με το άλογο καθώς περιόδευε στα βουνά με φίλους του. Το 1922, όταν οι Έλληνες εκδιώχθηκαν απο τα σπίτια τους λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής, η Κατερίνα με τα παιδιά της έφτασαν στην Κύπρο ως πρόσφυγες και έκαναν το νησί πατρίδα τους.

Collection